Το όραμα του Ρήγα, η διαθήκη του Ζάππα, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και οι ευθύνες του Κράτους, του Δημήτρη, Τζιώτη, πρόλογος: Ξεν. Κοντιάδης, Εκδόσεις Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου/Ίδρυμα Θ&Δ. Τσάτσου/epoliteia.gr, Αθήνα 2026, σελίδες 542
Μια εντελώς διαφορετική παρουσίαση, μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση (ελληνικής προσέγγισης) της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής, απ’ εκείνην που έχουμε συνηθίσει – με την αναβίωση επί βαρώνου ντε Κουμπερτέν, με πρώτη διεξαγωγή στην Αθήνα το 1896, με Ολυμπιακό Στάδιο/Σπύρο Λούη κοκ.
Πράγματι, στην ηλεκτρονική αυτή έκδοση που πυκνώνει την εκδοτική παρουσία του ηλεκτρονικού epoliteia.gr, ξεδιπλώνεται – και δίνονται αναλυτικά τα σχετικά ντοκουμέντα – ένα αφήγημα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες/για τα (πολυσυζητημένα) ιδεώδη του Ολυμπισμού, ακόμη-ακόμη και για την επιδίωξη μόνιμης τέλεσης των Αγώνων στην Ελλάδα (πολύ-πολύ προτού επιδιωχθεί αυτό επί Κωνσταντίνου Καραμανλή!…) που πηγαίνει πίσω λίγα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821. Σε υπόμνημα του Παναγιώτη Σούτσου προς Ιωάννη Κωλέττη (υπουργό Εσωτερικών, το 1835), για αναβίωση των Αγώνων το 1870, «όταν ο ντε Κουμπερτέν ήταν 7 ετών», στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με βάση την μεγάλη δωρεά του εθνικού ευεργέτη (και αγωνιστή) Ευαγγέλη Ζάππα.
Την λησμονημένη αυτή ιστορία αναδίφησε – και ζωντανεύει – ο επικοινωνιολόγος Δημήτρης Τζιώτης, ο οποίος ασχολήθηκε και με τους Αγώνες της Αθήνας του 2004, αλλά κυρίως πήρε την πρωτοβουλία να κινήσει (το 2015) δικαστική διεκδίκηση για τον σεβασμό – από την Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων και από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών, που εποπτεύει τα των κληροδοτημάτων) – της τελευταίας βούλησης/διαθήκης των διαθετών Ευαγγέλη και Κωνσταντίνου Ζάππα.
Ο Ευ. Ζάππας – αφού, σημειώνεται, πολέμησε με Μπότσαρη, εν συνεχεία με Καραϊσκάκη, Κολοκοτρώνη και Οδυσσέα Ανδρούτσο (εδώ, μια καίρια παρένθεση: Αφού, δηλαδή, είδε όλες τις ένδοξες αλλά και τις μαύρες φάσεις της Εθνεγερσίας) αποποιήθηκε την χρηματική αποζημίωση που είχε εγκριθεί από το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος για τους αγωνιστές και…. μετανάστευσε στο Βουκουρέστι. Όπου, με βάση το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας, απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μ’ αυτά λοιπόν τα φόντα, το 1856 υπέβαλε υπόμνημα προς την Οθωνική Ελλάδα για την μόνιμη αναβίωση/τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, προτείνοντας να αναλάβει ο ίδιος εξ ολοκλήρου την χρηματοδότησή τους, συμπεριλαμβανομένης της ανακατασκευής/ορθομαρμάρωσης του Ολυμπιακού σταδίου καθώς και «με τα έξοδα 400 μετοχών της ατμοπλοϊκής εταιρείας, άτινα έχω αφιερωμένα δια τα έξοδα της τετραετούς εκθέσεως των Ολυμπίων».
Ο Ευ. Ζάππας πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Ο Όθων – που εμφανώς είχε ενσωματώσει ήδη τα ελληνικά αντανακλαστικά σχετικά με την διαχείριση κληροδοτημάτων και την βούληση των διαθετών – θεωρώντας ότι η βούληση του Ευ. Ζάππα για την τέλεση των Αγώνων στην Ελλάδα θα ήταν εκτός πραγματικότητας, αλλά και μη θέλοντας να χαθεί η δωρεά/χρηματοδότηση προώθησε Βασιλικό Διάταγμα του 1858 «Περί Συστάσεως Ολυμπίων» για την αναβίωση των Ολυμπίων πλην με αγώνες για την προβολή προϊόντων για την γεωργική και βιομηχανική ανάδειξη. (Απ’ εκεί μας προέκυψε το Ζάππειο όπως το γνωρίζουμε). Το Ολυμπιακό Στάδιο όντως αποκαταστάθηκε – και φιλοξένησε τους Διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες, το 1896 – ασχέτως αν οι πρώτοι αγώνες τελέσθηκαν ήδη το 1870 σε Ελληνικά πλαίσια.
Όμως,… η όποια υλική και (κυρίως) συμβολική περιουσία, η συνδεόμενη με τα ιδεώδη του Ολυμπισμού, έμεινε στο περιθώριο οποιασδήποτε ελληνικής συζήτησης. Με την άσκηση αίτησης εκουσίας στο Εφετείο Αθηνών – που εν συνεχεία έφθασε μέχρι και στον Άρειο Πάγο – για την τήρηση του αληθινού νοήματος της διαθήκης Ζάππα επιδιώχθηκε από τον Τζιώτη να ξανακοιταχτεί το θέμα, μάλιστα με δεδομένη την τέλεση των Αγώνων του 2004 στην Αθήνα και εν συνεχεία την εγκατάλειψη των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων και – να το πούμε ευγενικά – την απομάκρυνση της Ελλάδας από το όποιο πολιτιστικό κεφάλαιο του Ολυμπισμού.
Η πρωτοβουλία αυτή, με τα διεξοδικά δικόγραφα και τις καταθέσεις που περιλαμβάνει, αποτυπώνει την συνολική περιπέτεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σημειωτέον ότι για τους Αγώνες του 1900 στο Παρίσι – που τους θεωρούμε δεύτερους Ολυμπιακούς – η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή δεν ασχολήθηκε (κατά τον ντε Κουμπερτέν «οι ασκήσεις που έγιναν στο Παρίσι δεν μπορεί να χαρακτηρίζονται ως Ολυμπιακοί Αγώνες»). ενώ και το 1904 η διοργάνωση στο Σαίντ Λούις μάλλον απογοήτευσε. Η Μεσολυμπιάδα του 1906, πάλι στην Αθήνα, έσωσε την κατάσταση.
Πάντως ο εντοπισμός και αξιολόγηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και η διεκδίκηση των συμβόλων του Ολυμπισμού από την Ελλάδα – σημειωτέον ότι επί υπουργού Πολιτισμού Βαγγέλη Βενιζέλου προωθήθηκε και η δημιουργία Ιδρύματος για την Πολιτιστική Ολυμπιάδα, με συμμετοχή και της IOC/ΔΟΕ αλλά και της UNESCO, που περιέπεσε εν τέλει σε αχρηστία – δεν συγκίνησε ούτε το Εφετείο ούτε τον Άρειο Πάγο. Που προτίμησαν να επικαλεστούν την έλλειψη εννόμου συμφέροντος των προσφευγόντων ώστε να αποφύγουν να προχωρήσουν στην κρίση επί της ουσίας.
Κι ας προνοούσε η διαθήκη Ευ. Ζάππα ότι «όλοι οι συγγενείς μου χωρίς εξαίρεσιν διαδοχικώς, καθώς και πας Έλλην χωρίς εξαίρεσιν, έχουν το δικαίωμα να επαγρυπνήσουν την εκτέλεση των διατάξεων της παρούσης διαθήκης και της εννοίας αυτής να υποχρεώσει εις αποκατάστασιν των ειρημένων διατάξεων».
The rest is history, που λένε και οι Αγγλοσάξωνες.
ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ
Πηγή: K Report